υπενθυμίζω (v.)
1.κάνω κάποιον να θυμηθεί κάτι, φέρνω κάτι πάλι στη μνήμη κάποιου
Publicidad ▼
υπενθυμίζω (v.)
ver también
υπενθυμίζω (v.)
Publicidad ▼
φαντάζομαι; οραματίζομαι; πλάθω με τη φαντασία[Classe]
caer en; acordarse de; recordar (es)[Classe]
(ανεπίσημα εγκαίνια), (παρελθόν), (πρόδρομος; προκάτοχος)[Caract.]
factotum (en)[Domaine]
Remembering (en)[Domaine]
EducationalProcess (en)[Domaine]
σκέφτομαι - μάθημα - άσκηση, γυμνάσια, εκγύμναση, εξάσκηση[Hyper.]
ανάκληση στη μνήμη, ανάμνηση, θύμηση, μνήμη, μνημονικό - retrieval (en) - ανάμνηση - αναθύμηση - σκέψη - αντίληψη, γνώμη, ιδέα, σκέψη - στεγανός - υπενθυμίζω[Dérivé]
ανταμείβω, θυμάμαι, μνημονεύω[Hyper.]
μαθήματα μετεκπαίδευσησ - φρεσκάρισμα[Dérivé]
υπενθυμίζω (v.)↕
afirmar; decir (es)[Classe]
instrument pour lire (fr)[ClasseParExt.]
membre du personnel de théâtre (fr)[ClasseParExt.]
(ανομολόγητος)[Thème]
(texto) (es)[Thème]
(θέατρο)[Thème]
(εξασθένιση)[Caract.]
factotum (en)[Domaine]
Stating (en)[Domaine]
γνωστοποιώ, εκφράζω, επικοινωνώ, μεταφέρω πληροφορίες - μηχάνημα, μικροσυσκευή, συσκευή - papel (es) - ατάκα - βοηθός[Hyper.]
πληροφορία - πληροφορίες - διάδοση - δεδομένα, δεδομένο, στοιχεία - πηγή, πληροφοριοδότης - αυτόπτης μάρτυρας, μάρτυρας, μάρτυρας δικαστηρίου - informativo (es) - κατατοπιστικός, πληροφοριακός - διαφωτιστικός - υπαγορεύω, υπενθυμίζω[Dérivé]
parler bas (fr)[Classe]
(ανομολόγητος)[termes liés]
(texto) (es)[termes liés]
théâtre (fr)[DomaineCollocation]
πληροφορώ[Hyper.]
autocue, prompter, teleapuntador, teleprompter (es) - ατάκα - prompt, prompting (en) - υποβολέας[Dérivé]
υπενθυμίζω (v.)↕
Contenido de sensagent
Publicidad ▼
computado en 0,062s
Publicidad ▼